συνοφρυωμένος

συνοφρυωμένος
η, ον хмурый, нахмуренный, насупившийся, насупленный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "συνοφρυωμένος" в других словарях:

  • συνοφρυώνομαι — συνοφρυώθηκα, συνοφρυωμένος, μαζεύω τα φρύδια μου από δυσαρέσκεια ή λύπη, κατσουφιάζω: Καθόταν αγέλαστος και συνοφρυωμένος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κάτοφρυς — κάτοφρυς, όφρυος, ὁ, ἡ (Μ) αυτός που έχει κατεβασμένα τα φρύδια, συνοφρυωμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + οφρυς (< ὀφρῦς «φρύδι»), πρβλ. έν οφρυς, σύν οφρυς] …   Dictionary of Greek

  • μούρτζουφλος — και μουρτζούφλης, ο, θηλ. μουρτζούφλα (Μ μούρτζουφλος και μουρτζουφλός) συνοφρυωμένος, βαρύθυμος, κατσούφης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ρ. μουρτζουφλώ (< μούντζα + βολώ), ενώ κατ άλλους από αμάρτυρ. τ. *μουτζότυφλος «διαπομπευμένος» (< μούτζα + τύφλα)… …   Dictionary of Greek

  • σκυθρωπός — ή, ό / σκυθρωπός, όν, ΝΑ κατηφής, συνοφρυωμένος, κατσούφης σκουντούφλης («σὲ τὴν σκυθρωπὸν καὶ πόσει θυμουμένην Μήδειαν», Ευρ.) αρχ. 1. αυτός που έχει αυστηρό ύφος μπροστά σε κάποιον άλλο και ιδίως αυτός που έχει προσποιητή σοβαρότητα («ἐπὶ μὲν… …   Dictionary of Greek

  • στρεβλός — Μικρό νησί κοντά στην Τένεδο, τρία μίλια από το ακρωτήριο Πονέντες. Το νησί Σ. ανήκει στην Τουρκία. * * * ή, ό / στρεβλός, ή, όν, ΝΜΑ 1. συνεστραμμένος, στραβός («στρεβλὸν ὀρθῶσαι κλάδον», Μέν.) 2. μτφ. (για πρόσ.) διεστραμμένος ως προς τον… …   Dictionary of Greek

  • τοξοποιώ — έω, Α [τοξοποιός] 1. δίνω σε κάτι σχήμα τόξου 2. φρ. «τοξοποιεῑν τὴν ὀφρῡν εἴς τινα» κοιτάζω κάποιον συνοφρυωμένος, οργισμένος (Λόγγ.) …   Dictionary of Greek

  • συνοφρυώνομαι — συνοφρυώνομαι, συνοφρυώθηκα, συνοφρυωμένος βλ. πίν. 4 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»